Βάλια Κάλντα

Η Βοβούσα, στον Νομό Ιωαννίνων, από εδώ μπορούν να πραγματοποιηθούν θαυμάσιες πεζοπορικές διαδρομές προς τον πυρήνα του Εθνικού Πάρκου.

Φτάνοντας στο Περιβόλι, φρόνιμο θα ήταν να ενημερωθείτε από τους ντόπιους (ρωτήστε τον κ. Δημήτρη Ιττη στην ταβέρνα της πλατείας) αν έχει απελευθερωθεί ο δασικός δρόμος από το χιόνι, προτού ξεκινήσετε για τον Εθνικό Δρυμό (περισσότερες πληροφορίες Δ/νση Δασών Γρεβενών 24620 76395).
Αντίθετα ο δρόμος για το αδελφό βλάχικο χωριό Βοβούσα είναι πλέον ασφάλτινος. Εδώ θα φτάσετε αφού διανύσετε 14 χιλιόμετρα απολαμβάνοντας την εξαιρετική θέα στις κορφές του Σμόλικα, ενώ για 3-4 χιλιόμετρα θα συνταξιδεύσετε με τον ποταμό Αώο.
Από τη Βοβούσα μόνο οι έμπειροι πεζοπόροι μπορούν να ακολουθήσουν τη μοναδικής ομορφιάς διαδρομή που ξεδιπλώνεται σε πορεία νότια, ακολουθώντας το μονοπάτι Ε4, παράλληλα με την κοίτη του Αώου, έως όταν αυτός σμίξει με το Αρκουδόρεμα (90 λεπτά).
Στη συνέχεια, η πορεία κατευθύνεται ανατολικά, παράλληλα με τις όχθες του Αρκουδορέματος (υπάρχει μονοπάτι) που θα σας βγάλει μετά από περπάτημα 5 ωρών στην καρδιά της Βάλια Κάλντα. Θα χρειασθεί να θυμάστε ότι τουλάχιστον σε δυο σημεία θα πρέπει να περάσετε μέσα από το ποτάμι.
Κρατώντας στο χέρι πάλι το τιμόνι οδηγούμε στο δρόμο Μετσόβου-Γρεβενών, εδώ ανάμεσα στην Κρανιά Γρεβενών και στη Μηλιά Μετσόβου, θα βρείτε τον δασικό δρόμο που χώνεται στην καρδιά της Βόρειας Πίνδου και μέσω του αυχένα «Σαλατούρα Παπαγιάννη» (υψόμ. 1650) κατηφορίζει για τη Βάλια Κάλντα. Φυσικά γι’ αυτήν την επιλογή σας, θα πρέπει οπωσδήποτε πριν ξεκινήσετε να ζητήσετε από τους ντόπιους να σας υποδείξουν με ακρίβεια τον δασικό δρόμο και να σας ενημερώσουν για την κατάστασή του.
Καταπληκτική, δασική διαδρομή μόνο για 4χ4 οχήματα είναι αυτή που συνδέει το Μικρολίβαδο με το Περιβόλι και πραγματοποιείται στο μεγαλύτερο μέρος της σε χώμα διασχίζοντας πυκνόφυτα δάση οξιάς και μαύρων πεύκων. Μέχρι το καθολικό της υστεροβυζαντινής Μονής του Αγίου Νικολάου, πάνω στον οδικό άξονα Περιβολιού ? Γρεβενών θα διανύσετε 16 χιλιόμετρα σε πορεία παράλληλη με τα γρήγορα νερά του ορεινού ρέματος του Ασπροπόταμου, ο οποίος κυλά στο βάθος στενής και απόκρημνης χαράδρας.
Φτάνοντας στον Αγιο Νικόλαο θα συνεχίσετε για Περιβόλι όπου θ’ αναζητήσετε τον δασικό δρόμο που οδηγεί στην καρδιά της Βάλια Κάλντα.
Βέβαια φρόνιμο είναι να τολμήσετε όλες αυτές τις δασικές διαδρομές μαζί με κάποιον ντόπιο ή να απευθυνθείτε στο Γραφείο Οικοτουρισμού Γρεβενών που οργανώνει με ειδικά οχήματα εκδρομές στην περιοχή, ενώ ακολουθεί τεκμηριωμένη οικοενημέρωση στην καρδιά του Εθνικού Πάρκου (6977772542, www.venetikos.gr).
Fast Info
Στο Αυγό και τη Φλέγκα
Από το χωριό Περιβόλι θα πάτε στη Στάνη Τίζα (βρίσκεται στον δρόμο Περιβολιού ? Βοβούσας). Από εδώ ξεκινά η ελεύθερη ανάβαση που μετά από 2 ώρες και αφού θα έχετε καλύψει μια υψομετρική διαφορά 700 μέτρων, θα σας φέρει στην κορφή του βουνού Αυγό (υψόμ. 2.177). Δύο ώρες ακόμα κατηφορικής πλέον πορείας μέχρι το Αρκουδόρεμα και έπειτα συνεχίζετε για τη Δρακολίμνη «Φλέγκα» (υψόμ. 1.900) όπου θα φτάσετε μετά 3 ώρες ζόρικης ανάβασης. Είναι αυτονόητο, όμως ας το επισημάνουμε πως απαραίτητες προϋποθέσεις για το δύσκολο αυτό εγχείρημα είναι η καλή φυσική κατάσταση, ο σωστός εξοπλισμός, η πείρα και η γνώση του πεδίου.
Κέντρα Ενημέρωσης
Πληροφορίες για το Εθνικό Πάρκο Β. Πίνδου, το οικοσύστημα, τα μονοπάτια που το διασχίζουν κ.ά. θα πάρετε στα Κέντρα Ενημέρωσης που λειτουργούν στο χωριό Βοβούσα του Ανατ. Ζαγορίου (26560 22811), στο χωριό Μαυραναίοι των Γρεβενών, στον δρόμο προς Περιβόλι (24620 87563), στη Μηλιά Μετσόβου (26560 61356) και στο Μέτσοβο (26560 41980).
Κέντρο πληροφόρησης Εθνικού Πάρκου Βόρειας Πίνδου, 26530 22241, www.pindosnationalpark.gr)

Ο Εθνικός Δρυμός Πίνδου (Βάλια Κάλντα)

Ο Εθνικός Δρυμός Πίνδου, είναι ο Δρυμός της ορεινής «Ζεστής Κοιλάδας», της «Βάλια Κάλντα», κατάφυτης με πεύκα και οξυές. Ο Δρυμός ιδρύθηκε το 1966, η συνολική έκτασή του φτάνει τα 7.000 εκτάρια από τα οποία τα 3.300 αποτελούν τον πυρήνα και τα υπόλοιπα την περιφερειακή ζώνη του Δρυμού.

Περιφερειακά του Δρυμού βρίσκονται τα χωριά: Βωβούσα, Περιβόλι, Κρανιά, Μηλιά, Φλαμπουράρι, Γρεβενήτι και η κωμόπολη του Μετσόβου ενώ μέσα στο Δρυμό δεν βρίσκεται κανένας οικισμός.

Ο επισκέπτης μπορεί να προσεγγίσει την άγρια ομορφιά του Δρυμού από τον νομό Ιωαννίνων μέσω της επαρχιακής οδού Μετσόβου-Μηλιάς-Γρεβενών, της επαρχιακής οδού προς τα χωριά Γρεβενήτι, Φλαμπουράρι και Βωβούσα, καθώς επίσης και από το νομό Γρεβενών μέσω της επαρχιακής οδού Γρεβενών – Μαυραναίων – Περιβολίου και μέσω της επαρχιακής οδού Γρεβενών – Κρανιάς – Μηλιάς – Μετσόβου.

Κρυστάλλινα τα νερά των ποταμών του Δρυμού του Αώου και του ορμητικού παραποτάμου του, του Αρκουδορέματος. Περικυκλώνονται από τα ψηλά και απόκρημνα βουνά του ορεινού συμπλέγματος του Λύγκου με κορφές πάνω από 2000 μέτρα: Αυγό (2177 μ.), Πυροστιά (1967 μ.), Κακοπλεύρι (ή Μηλιά, 2160 μ.), Φλέγγα (2159 μ.), Τρία σύνορα (2050 μ.), Αυτιά (2082 μ.), Καπετάν Κληδή (2036 μ.), Σαλατούρα (2019 μ.), και Δίκορφο (1977 μ.).

Στα χαμηλά και μέσα υψόμετρα του Εθνικού Δρυμού (1000μ.- 1600μ.), απλώνονται εκτεταμένα δάση μαυρόπευκου (Pinus nigra) και οξυάς (Fagus sylvatica). Στα μεγαλύτερα υψόμετρα (1600μ.- 1900μ.), φυτρώνει μόνο ένα είδος ανθεκτικού στο ψύχος κωνοφόρου το ρόμπολο (Pinus leucodermis) που από μόνο του θα μπορούσε να θεωρηθεί ένα ζωντανό μνημείο της φύσης. Στα μεγάλα υψόμετρα (1900μ.- 2177μ.), πάνω από το ανώτερο υψομετρικό όριο του δάσους και στα ξέφωτα του εκτείνονται αλπικά λιβάδια, αποτελούμενα μόνο από πόες και μερικά είδη θάμνων. Χαρακτηριστικό του Δρυμού η παρουσία πολλών μικρών ρεμάτων και ύπαρξη πολλών μικρών λιμνών – οι μεγαλύτερες από αυτές είναι ο Λάκκος στο Αυγό στα 1600μ. και οι δύο λίμνες της Φλέγγας στα 1950μ.

Μεγάλη η φυσικότητα των ορεινών οικοσυστημάτων του Δρυμού της Πίνδου, τεράστια η οικολογική του αξία ως καταφύγιο της άγριας ζωής. Έως σήμερα είναι γνωστό πως ο Δρυμός προστατεύει 7 είδη αμφιβίων, 10 είδη ερπετών, 70 είδη πουλιών και 17 είδη θηλαστικών, ενώ άγνωστη είναι η συνεισφορά του στην προστασία της εντομοπανίδας. Ο Δρυμός ακόμη φιλοξενεί 415 είδη φυτών και μια πλούσια μυκοχλωρίδα με 86 είδη μανιταριών.

Σε ένα από τα ελάχιστα εναπομείναντα καταφύγια στην Ευρώπη, στα απόμερα δάση και στις δυσπρόσιτες πλαγιές, μακριά από το φόβο του ανθρώπου, βρίσκουν καταφύγιο σπάνια μεγάλα θηλαστικά: η αρκούδα (Ursus arctos) ο αγριόγατος (Felis sylvestris), ο λύγκας (Lynx lynx), το ζαρκάδι (Capreolus capreolus) και αγριόγιδο (Rupicapra rupicapra), ενώ στα πεντακάθαρα ποτάμια του Δρυμού, ζει ένα υδρόβιο θηλαστικό – η βίδρα (Lutra lutra). Οι νυχτερίδες (Chiroptera), τα πιο εξελιγμένα πετούμενα θηλαστικά, σηματοδοτούν την νυχτερινή ζωή του δάσους. Έως σήμερα μας είναι γνωστά 5 είδη χειροπτέρων που ζουν στο Δρυμό, με πιο χαρακτηριστικό το νυκτοβάτης (Nyctalys noctula).

Βασίλειο των αρπακτικών πουλιών, ο Δρυμός προστατεύει 10 σπάνια είδη, εκ των οποίων ο σπάνιος βασιλαετός (Aquilla heliaca), ο χρυσαετός (Aquilla chrysaetos), το σαίνι (Accipiter brevipes) και ο χρυσογέρακας (Falco biarmicus). Συνολικά περισσότερα από 70 είδη πουλιών είναι γνωστό πως ζουν σήμερα στο Δρυμό της Πίνδου. Από τα σπάνια πουλιά είναι η χιονάδα (Eremophilla alpestris), πουλί των αλπικών λιβαδιών και ο διπλοκεφαλάς (Lanius excubitor) που έρχεται κάθε καλοκαίρι από την Αφρική. Τα εκτεταμένα και ώριμα δάση του Δρυμού φιλοξενούν 8 είδη δρυοκολαπτών: το λευκονώτη (Dendrocopus leucotos), τη μεσοτσικλιτάρα (Dendrocopus medius), τη νανοτσικλιτάρα (Dendrocopus minor) και τη μαυροτσικλιτάρα (Dryocopus martius).

Στο υγρό κλίμα του Δρυμού επιβιώνουν δέκα είδη ερπετών. Ανάμεσά τους το ασινόφιδο (Coronella austriaca), η σαίτα (Coluber austriaca) και το λιμνόφιδο (Natrix tessellata).

Τα άφθονα νερά των ρεμάτων, λιμνών και πηγών σφείζουν από αμφίβια ζωή (7 είδη). Ο αλπικός τρίτωνας (Triturus alpestris), που μοιάζει με μικρό δράκο, ζει στις ορεινές λίμνες του δρυμού, με πιο χαρακτηριστικές τις δύο λίμνες της Φλέγγας στα 1950 μ. υψόμετρο. Το καλοκαίρι ο επισκέπτης αναγνωρίζει εύκολα τη βομβίνη (Bombina variegata), τον ελληνικό βάτραχο (Rana graeca), το χωματόφρυνο (Bufo bufo), τον πρασινόφρυνο (Bufo viridis) και τη σαλαμάντρα (Salamandra salamandra). Στα μεγάλα ρέματα του Δρυμού ζει η πέστροφα (Salmo trutta fario). Στα χαμηλότερα σημεία του Δρυμού απαντώνται και άλλα είδη ψαριών όπως ο Κέφαλος των γλυκών νερών (Leusiscus cephalus) και το συρτάρι (Chondrostoma nasus).

Η χλωρίδα του Δρυμού είναι σπάνια με μεγάλο βαθμό ενδημισμού. Συνολικά έχουν καταγραφεί 415 φυτικά είδη. Η Κενταύρεια των ορέων των βλάχων (Centaurea vlachorum) δεν συναντάται πουθενά σ΄όλον τον κόσμο παρά μόνο στον Δρυμό. Άλλα είδη του Δρυμού είναι ενδημικά της κεντρικής και βορειοδυτικής Ελλάδας, όπως η σολδανέλα της Πίνδου (Soldanella pindicola), η σιλένε της Πίνδου (Silene pindicola), η φριτιλλάρια η ηπειρωτική (Fritillaria epirotica) κά. Ο Δρυμός φιλοξενεί ακόμη κι άλλα φυτά που είναι ευρύτερα ενδημικά. Είτε είδη που απαντώνται μόνο στην Ελλάδα και στην Αλβανία, όπως η λαδανιά η αλβανική (Cistus albanicus), η βιόλα η αλβανική (Viola albanica), ο θύμος ο τευκριοειδής (Thymus teucrioides), ο δύανθος ο αιματοκαλυκοειδής (Dianthus haematocalyx ssp. pindicola), το λείριο το αλβανικό (Lillium albanicum) κά. Είτε είδη που είναι ενδημικά των Βαλκανίων γενικότερα, όπως o δύανθος ο δελτοειδής (Dianthus deltoides ssp. degenii), η μινουάρτια του Μπαλτατσί (Minuartia baldacii), το ρόμπολο (Pinus leucodermis) και το άλλιο (Allium breviradum). Σπάνια είδη του Ε.Δ. Πίνδου, τυπικά των οφειολιθικών πετρωμάτων, είναι η βορμουελέρα του Μπαλτατσί (Bormuellera baldacii), η βορμουελέρα της Τύμφης (Bormuellera tymphaea), ο λεπτόπλαξ ο κρασπεδοειδής (Leptoplax emarginata), η καμπανούλα του Χώκινς (Campanula hawkinsiana), η βιόλα (Viola dukadjinica), η σιλένε της Πίνδου (Silene pindicola).

Ο Εθνικός Δρυμός αποτελείται από τον πυρήνα και την περιφερειακή ζώνη. Στον πυρήνα επιτρέπεται η πεζοπορία αλλά απαγορεύεται η διάνοιξη νέων δρόμων, η πραγματοποίηση εκσκαφών, η εξόρυξη πέτρας και άλλων υλικών, η καταστροφή των γεωλογικών σχηματισμών, η εγκατάσταση βιομηχανικών εκμεταλλεύσεων, οικιών και άλλων κτισμάτων, η βοσκή, η τοποθέτηση διαφημιστικών πινακίδων κά.

Ειδικά οι επισκέπτες, όπως και οι κάτοικοι της περιοχής, πρέπει να γνωρίζουν πως δεν επιτρέπεται η συλλογή οποιονδήποτε οργανισμών, η κοπή δέντρων και η συλλογή βοτάνων, το κυνήγι, το ψάρεμα, η κατασκήνωση και η παραμονή στον πυρήνα μετά τη δύση του ηλίου, το άναμμα φωτιάς και η απόρριψη σκουπιδιών και μπαζών. Για ορισμένες δραστηριότητες όπως είναι η πλεύση των ποταμών που βρίσκονται στον πυρήνα με καγιάκ και ράφτινγκ απαιτείται ειδική άδεια από τα τοπικά Δασαρχεία. Στην περιφερειακή ζώνη ισχύει η γενική νομοθεσία που αφορά το φυσικό περιβάλλον της Ελλάδας με ειδικές όμως κάθε φορά ρυθμίσεις.

Κείμενο – Φωτογραφίες: Χ. Παπαϊωάννου, Βιολόγος

 

Αφήστε μια απάντηση